ευανάκλητος

εὐανάκλητος, -ον (Α)
1. (για ονόματα σκύλων) αυτός που εκφωνείται εύκολα
2. αυτός τον οποίο εύκολα κάποιος καθησυχάζει ή επαναφέρει σε ηρεμία
3. αυτός που θεραπεύεται εύκολα.
επίρρ...
εὐανακλήτως
με ευανάκλητο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ανά-κλητος (< ανα-καλώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐανάκλητος — easy to call out masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανακλήτως — εὐανάκλητος easy to call out adverbial εὐανάκλητος easy to call out masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάκλητον — εὐανάκλητος easy to call out masc/fem acc sg εὐανάκλητος easy to call out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάκλητα — εὐανάκλητος easy to call out neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάκλητοι — εὐανάκλητος easy to call out masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԴԻՒՐԱԿՈՉԵԼԻ — ( ) NBH 1 0631 Chronological Sequence: Unknown date ա. εὑανάκλητος qui potest facile reduci Զոր դիւրին է յետս կոչել. *(Բարկութիւն չափաւոր) է դիւրակոչելի խորհրդոցն. Բրս. բարկ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.